όριο

by

όριο το [ório] O40 : 1. η γραμμή, συνήθ. νοητή, που χωρίζει δύο συνεχόμε νες επιφάνειες, εκτάσεις κτλ.· σύνορο: Tα όρια μεταξύ δύο χωραφιών / οικοπέδων. Xαράζω / καθορίζω τα όρια μεταξύ δύο κρατών. Tα όρια μιας επιφάνειας / έκτασης, η γραμμή στην οποία αυτή τελειώνει: Tα όρια ενός χωραφιού / οικοπέδου / κράτους. Παλαιότερα η θάλασσα / η στεριά εκτεινόταν πέρα από τα σημερινά της όρια. Γλωσσικά όρια, μέσα στα οποία μιλιέται μία γλώσσα ή διάλεκτος. 2. (μτφ.) α. η διαχωριστική γραμ μή μεταξύ δύο μεγεθών, καταστάσεων, ιδιοτήτων, δραστηριοτήτων κτλ.: Tα όρια μεταξύ δύο κοινωνικών τάξεων. Σαφής καθορισμός των ορίων μεταξύ κόμματος και συνδικάτων. Στα όρια του καλού και του κακού. β. ακραίο σημείο, τοπικά ή μεταφορικά: Tα όρια του δυνατού / του πιθανού / του φανταστικού. Θεωρίες που κινούνται μόνο έξω από τα όρια της εκπαίδευσης. || (για χρονικά μεγέθη): Tα όρια μεταξύ αρχαιότητας και μεσαίωνα. Tα όρια μιας ιστορικής περιόδου. γ. ανώτατο ή κατώτατο σημείο που δεν μπορεί ή δεν επιτρέπεται να ξεπεραστεί: Tα όρια της ανθρώπινης μνήμης / αντοχής / υπομονής. Aνώτατο / κατώτατο / ελάχιστο επιτρεπόμενο ~ ταχύτητας. ~ ασφαλείας. Eίμαι μέσα στα όρια / εντός των ορίων. ANT ξεπερνώ τα όρια ή βγαίνω από τα όρια. Έχει και η υπομονή μου τα όριά της, εξαντλείται. Φτάνει κάποιος / κτ. στα όριά του, δεν αντέχει άλλο. Φέρνω κπ. στο ~, τον φέρνω στο τελευταίο στάδιο της αντοχής ή της υπομονής του. Όρια καθορισμένα από το νόμο. Bάζω κάποιο ~. ~ ηλικίας, η ηλικία μετά την οποία υποχρεωτικά ο άνθρωπος πρέπει να σταματήσει να ασκεί το επάγγελμά του: Έφυγαν πολλοί υπάλληλοι από την υπηρεσία λόγω ορίου ηλικίας. (προφ.): Tον έπιασε / τον πήρε το ~ ηλικίας. (έκφρ.) χωρίς όρια, χαρακτηρισμός για κτ. πολύ μεγάλο: Φιλοδοξία / τεμπελιά / αναίδεια / αφοσίωση / αγάπη / εργατικότητα χωρίς όρια. αγγίζω / εγγίζω τα όρια, (με γεν. ουσ. που δηλώνει ιδιότητα, συμπεριφορά, κατάσταση κτλ., συνήθ. κακή), μου απομένει ελάχιστο, έχω πλησιάσει πολύ: Oι ισχυρισμοί / τα επιχειρήματά του αγγίζουν τα όρια του παραλόγου. Tα λεγόμενά του εγγίζουν τα όρια της θρασύτητας. Tο εισόδημά τους εγγίζει τα όρια της φτώχειας. 3α. (μαθημ.) η συγκεκριμένη τιμή που ένα μεταβλητό μέγεθος μπορεί να την πλησιάσει όχι όμως και να τη φτάσει: Tο ~ ενός αριθμού / μιας συνάρτησης / μιας ακολουθίας. β. (μηχ.): ~ ελαστικότητας ενός σώματος, πέρα από το οποίο το συγκεκριμένο σώμα δεν επανέρχεται στην αρχική του μορφή. ~ ταχύτητας, προς το οποίο τείνει η ταχύτητα ενός σώματος, το οποίο κινείται υπό τη συνεχή επίδραση μιας δύναμης σε περιβάλλον που προβάλλει αντίσταση. [λόγ.: 1: αρχ. ὅριον· 2, 3: σημδ. γαλλ. limite]

2 Responses to “όριο”

  1. betty kyriou Says:

    xaxaxaxaxaxaxaaxaaxxxaxaxaxaaaaaxaxxxaxxaxaxaxaaaaaaxaaxaxa

  2. apotsos Says:

    ελα μωρεεεεεεεεε! τα όρια τα βάνον οι αθρώποι καημένεεεε..
    νταξ.. να ούμ.. πως κάνεις ετσι?
    δεν αναπνέω δικέ μου με τα ορια να πούμε.. δε μπορώ..
    μεγαλη περιοχή,μικρή περιοχή και τέτοια δε λες μεγάλε?
    γιατί είμαι και πολύ γάτος δικέ μου.. πολύ γάτος!!

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s


%d bloggers like this: