Περί μουσικής, ανάρτηση πολλοστή

by



      Μια άποψη, που δεν έγινε ποτέ ακριβώς δικιά μας, τη φλερτάραμε όμως, άλλος λίγο, άλλος πολύ, νομίζω. Όχι ακριβώς επί του θέματος που έθεσε ο melanine, αλλά επί θέματος γειτονικού. Αντιγράφω απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Χρήστου Βακαλόπουλου Η Γραμμή Του Ορίζοντος, εκδόσεις Εστία, 1991, κι ας μου συγχωρέσει το μονοτονικό που αντιπαθούσε:

Υπήρχε μια μουσική παράνομη, ταλαιπωρημένη, αφόρητα πραγματική. Κόιταζε στα μάτια τον πόνο, δεν τον εξόριζε όπως το ραδιόφωνο, τον άφηνε να κυλάει και τον έστελνε εκεί όπου για μια στιγμή έπαυε να είναι πόνος και γινόταν κάτι άλλο, πολύ παράξενο. Ερχόταν από πολύ μακριά, κανείς δεν ήταν σε θέση να πει από πού είχε ξεκινήσει, ήταν αναγκασμένη να κρύβεται γιατί κανείς δεν άντεχε πια τόσο πολύ πόνο, στις πόλεις είχαν συνθηκολογήσει, είχαν αποφασίσει να μην πονάνε πια, μόνο να χαίρονται με μικρές, άσπιλες και αμόλυντες μελωδικές δόσεις. Το πανηγύρι κρατούσε τρεις μέρες και τρεις νύχτες κι όταν τελείωνε δεν έλεγαν τίποτα με τη Βάνα, δεν συζητούσαν ποτέ την επίδραση της παράνομης και ταλαιπωρημένης μουσικής πάνω τους, σχεδόν ντρεπόντουσαν που την είχαν ακούσει κι όμως είχαν μείνει εκεί, καρφωμένες, τρεις μέρες και τρεις νύχτες, μόλις άνοιγε το στόμα της η ξανθιά στο πρόχειρο πάλκο το τραγούδι κύλαγε μόνο του μέσα τους. Ποιοι έγραφαν αυτά τα τραγούδια, πού ζούσαν, με τι έμοιαζαν; Αν τους έβλεπες στο δρόμο, δεν θα τους αναγνώριζες ποτέ, ήξεραν να κρύβονται, ήταν καλά κρυμμένοι ακόμα κι όταν έβγαιναν μπροστά, στο πάλκο. Κανείς δεν τους πρόσεχε ιδιαίτερα, όλοι έπιναν, χόρευαν, σχημάτιζαν κύκλους. Όταν τελείωνε το πανηγύρι τα μάζευαν και έφευγαν, χανόντουσαν στα βουνά, κυκλοφορούσαν απαρατήρητοι στις πόλεις. Έπρεπε να περνούν απαρατήρητοι ώστε να συναντούν τον πόνο, να μην τους αποφεύγει ο πόνος όπως έκανε με το αμόλυντο ραδιόφωνο, να μπαίνουν στη γειτονιά του διακριτικά όπως οι άλλοι έμπαιναν στην εκκλησία, να του σφίγγουν το χέρι, να του ζητάνε κανένα τραγούδι κι εκείνος να τους χαρίζει καμιά δεκαριά. Έπρεπε να μην τους προσέχει κανείς, να μην γνωρίζει λεπτομέρειες της προσωπικής τους ζωής, να τους βλέπει ξαφνικά να εμφανίζονται μέσα από τα βουνά, να έρχονται αθόρυβα και να εξαφανίζονται με τον ίδιο τρόπο. Κανείς δεν έπρεπε να μιλάει γι’ αυτούς, ερχόντουσαν από πολύ μακριά και δεν ήταν τίποτα, δεν έλεγαν κουβέντα με τη Βάνα για την παράνομη μουσική όταν τελείωνε το πανηγύρι.

Έπρεπε να μην τους προσέχουν. Όταν επέστρεφαν στην Αθήνα οι μουσικές εκπομπές φαινόντουσαν ανύπαρκτες, έσπαγαν σαν σαπουνόφουσκες, πώς γινόταν αυτό; Δεν έλεγαν τίποτα για την παράνομη μουσική και βάλθηκαν να ψάχνουν παράνομες μουσικές άλλων χωρών, ήταν ένας συμβιβασμός αυτός, ήταν μια μέση λύση, αυτή η μουσική που έπαιζαν τα αγγλικά συγκροτήματα φαινόταν λίγο παράνομη, δεν ήταν τόσο άσπιλη, τόσο αμόλυντη, σε ανακάτευε λίγο, όχι τόσο πολύ όσο εκείνη των πανηγυριών, αλλά πάντως σε τσίμπαγε, προσπαθούσε να φέρει μια αναστάτωση και τα κατάφερνε. Συμβιβάστηκαν με μεγάλη ανακούφιση μ’ αυτή τη μουσική γιατί ήταν κάπως παράνομη και πόναγε όσο χρειαζόταν, πόναγε λίγο, ελάχιστα, όσο ακριβώς μπορούσες να αντέξεις και μετά γιατρευόσουν αμέσως γιατί κοίταζες τις φωτογραφίες των συγκροτημάτων και οι άνθρωποι εκεί δεν έμοιαζαν ταλαιπωρημένοι ούτε ήταν αναγκασμένοι να οργώνουν τα βουνά, φαινόντουσαν ευχαριστημένοι ακόμα κι όταν έπαιρναν μουτρωμένες πόζες, κατά βάθος ήταν πολύ ευχαριστημένοι, πολύ άνετοι, πολύ ευτυχισμένοι παρ’ όλο που έκαναν τους βασανισμένους .Δεν ήταν βασανισμένοι γιατί τότε δεν θα τους ήξερε κανείς, δεν θα ούρλιαζε κανείς μπροστά τους, θα περνούσαν απαρατήρητοι, δεν θα προκαλούσαν καμιά υστερία. Είχαν καταλάβει ότι έπρεπε να περάσουν λίγο πόνο στη μουσική τους για να τα καταφέρουν, αυτή τη μικρή δόση πόνου που χρειάζεται οποιαδήποτε μουσική ώστε να μην είναι τόσο ραδιοφωνική, τόσο αμόλυντη, τόσο ανύπαρκτη. Συνθηκολόγησαν με τον πόνο και πήραν μερικές πόζες παρανομίας μπροστά στους φωτογράφους. Πρότειναν μια μακρινή υποψία παρανομίας στις συνθηκολογημένες πόλεις και τα κατάφεραν με τη βοήθεια των φωτογράφων, τρύπωσαν στο ραδιόφωνο που χρειαζόταν μια ελαφριά δόση πόνου και τα κατάφεραν, κατάλαβαν ότι έπρεπε να παριστάνουν τους πονεμένους κι εξελίχθηκαν σε δεξιοτέχνες του είδους, κατάλαβαν καλά ότι θα κατακτούσαν τον κόσμο αν έπλεκαν το εγκώμιο του πόνου χωρίς να πονάνε πραγματικά. Δεν έπρεπε να πονάνε πραγματικά γιατί τότε θα περνούσαν απαρατήρητοι, δεν θα τους πρόσεχε κανείς, έπρεπε να βαφτίσουν την άσπιλη μουσική μ’ ένα επίχρισμα πόνου και τα κατάφεραν.

Δεν έλεγαν κουβέντα με τη Βάνα για τη μουσική των πανηγυριών ενώ συζητούσαν συνέχεια για την ελαφρά πονεμένη μουσική που τρύπωσε στις εφημερίδες και το ραδιόφωνο, τη μουσική των συνθηκολογημένων πόλεων. Συζητούσαν με μανία, σήκωναν μπαϊράκι κι έλεγαν ότι αυτή είναι η μουσική, έδιναν μια μάχη πολύ σημαντική, έπρεπε να περάσει αυτή η μουσική, να κατακτήσει τα πάντα, ν’ ακούγεται παντού, να μη μείνει τίποτα όρθιο, να κατακλύσει η ψευτοπονεμένη φωτογενής μουσική τις πόλεις, να φτάσει παντού, να διαδοθεί παντού, να μπει σ’ όλα τα σπίτια. Έδιναν έναν αγώνα κερδισμένο εκ των προτέρων, η άσπιλη μουσική δεν άντεχε πια και οι συνθηκολογημένες πόλεις χρειαζόντουσαν μια μουσική που να τις αποκοιμίζει διεγείροντάς τις, να τις ηρεμεί εκνευρίζοντάς τις, να τις κοιμίζει θορυβώντας, χρειαζόντουσαν ένα θόρυβο που θα έπαιρνε τη θέση της μουσικής και τα κατάφεραν. Εδιναν έναν αγώνα κερδισμένο γιατί οι πόλεις είχαν αποφασίσει να μην πονέσουν ποτέ πια και να κάνουν συνέχεια ότι πονάνε, να γκρινιάζουν συνεχώς, να μην ικανοποιούνται με τίποτα, να τα βάφουν μαύρα μέσα σε ανοιχτόχρωμα διαμερίσματα, να παραπονούνται ώστε να εξορίσουν τον πόνο για πάντα. Οι πόλεις συνθηκολόγησαν.

Tags:

One Response to “Περί μουσικής, ανάρτηση πολλοστή”

  1. Όλγα Ρόμπαρντς « pentekappa Says:

    […] Kάτι γίνεται με το Βακαλόπουλο στο 5κ τελευταία… Κείμενά του ανεβαίνουν, κι άλλα κείμενά του ανεβαίνουν, […]

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s


%d bloggers like this: