Σβέντεν – Σβέντεν … Sheri Berman

by

H ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία χρειάζεται απελπισμένα ιδεολογική ανανέωση. Παρά τη γενικευμένη αίσθηση πως ο καπιταλισμός διέρχεται μια κρίση για την οποία βασικοί υπεύθυνοι είναι η πλεονεξία, η ανευθυνότητα, ο νεοφιλελευθερισμός και οι ανεξέλεγκτες αγορές, πουθενά στην Ευρώπη δεν παρατηρείται άνοδος της επιρροής των αριστερών κομμάτων, ούτε εμπεδώνεται η αίσθηση πως δικαιώνεται η αριστερή κοσμοθεωρία. Αυτό δεν είναι μόνο εκπληκτικό: είναι τραγικό. Όχι μόνο διότι αποκαλύπτει το γεγονός πως η αριστερά είναι ιδεολογικά εξαντλημένη και εν δυνάμει πολιτικά εξουδετερωμένη, αλλά και διότι έτσι μειώνεται καταλυτικά η δυνατότητα της Ευρώπης και του κόσμου να αντιμετωπίσουν την τρέχουσα κρίση με αποτελεσματικότητα και συντονισμό.

Μολοταύτα, παρά τη γενικευμένη αίσθηση πως αντιμετωπίζουμε έναν εντελώς καινούργιο κόσμο, τα προβλήματα που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε σήμερα δεν είναι παρά η τελευταία εκδοχή ενός πολύ παλιού ζητήματος: του πώς δηλαδή θα εξασφαλίσουμε πως ο καπιταλισμός θα δημιουργεί βιώσιμη ανάπτυξη, ενώ ταυτόχρονα οι κοινωνίες θα προστατεύονται από ηθικά και κοινωνικά ανεύθυνες συμπεριφορές και από το ξεθεμέλιωμα παραδόσεων, κοινοτικών δομών και πολιτιστικών παραδόσεων που επιφέρει η λειτουργία του καπιταλισμού.

Σε αυτό το πολύ συγκεκριμένο ερώτημα θέλησαν ήδη να απαντήσουν, εδώ και πάνω από έναν αιώνα, οι σοσιαλδημοκράτες, μη διστάζουν προς τούτο να διαρρήξουν τις σχέσεις τους με πολλούς συντρόφους τους εντός του σοσιαλιστικού κινήματος.

Στα τέλη του 19ου αιώνα αναπτύχθηκε ένα σχίσμα στη δημοκρατική αριστερά, μεταξύ αυτών που θεωρούσαν πως η ύπαρξη ενός καλύτερου κόσμου προϋπέθετε το ξεπέρασμα του καπιταλισμού (τους «δημοκρατικούς σοσιαλιστές») κι εκείνων που θεωρούσαν αντιθέτως πως ήταν δυνατό να υπάρξουν μεγάλες βελτιώσεις εντός του καπιταλιστικού πλαισίου (τους «σοσιαλδημοκράτες»). Η δεύτερη ομάδα, αν και είχε πλήρη συνείδηση των μειονεκτημάτων του καπιταλισμού, αναγνώριζε παράλληλα το πελώριο παραγωγικό του δυναμικό και επιχειρηματολόγησε υπέρ της άποψης πως πρώτο καθήκον της αριστεράς ήταν να βρει τρόπους να μεγεθύνει τα πλεονεκτήματα της λειτουργίας των αγορών, μειώνοντας ταυτόχρονα το κόστος της.

Οι σοσιαλδημοκράτες υποστήριξαν επίσης πως η αδυναμία της αριστεράς να προσελκύσει μεγάλες μάζες, που κατά τα άλλα αδικούνταν από το καπιταλιστικό σύστημα, οφειλόταν στην απήχηση των λαϊκιστικών και εθνικιστικών δεξιόστροφων κινημάτων που εκμεταλλεύονταν τους φόβους και τις ανησυχίες που προκαλούσαν οι διαρκείς αλλαγές που είναι σύμφυτες με τον καπιταλισμό.

Κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, οι σοσιαλδημοκράτες εξαπέλυσαν πολιτική επίθεση, προκειμένου να επιβάλουν τις αντιλήψεις τους στο διεθνές σοσιαλιστικό κίνημα και ανέπτυξαν μια νέα στρατηγική για την αριστερά, που στηριζόταν στον κρατικό έλεγχο της λειτουργίας της αγοράς στην τόνωση του πατριωτισμού των πολιτών. Η μόνη χώρα όπου το βασικό αριστερό κόμμα υιοθέτησε ολόπλευρα αυτή τη στρατηγική ήταν η Σουηδία, που ταυτόχρονα έγινε και η μόνη χώρα στην οποία η αριστερά επικράτησε ήδη από τότε της ριζοσπαστικής δεξιάς και συνέπτυξε γύρω της μια σταθερή πολιτική και κοινωνική συμμαχία, θεμελιώνοντας μια -πρωτοφανή για δημοκρατική κοινωνία- μακροχρόνια πολιτική ηγεμονία.

Η ανάδειξη του «σουηδικού σοσιαλδημοκρατικού-εργατικού κόμματος» (SAP) σε αυτήν την ηγεμονική δύναμη, οφείλει πολλά σε άνδρες σαν τους Ερνστ Βίνγκφορς (Ernst Wigforss), Νιλς Κάρλεμπι (Nils Karleby) και Περ ’Αλμπιν Χάνσον (Per Albin Hansson).

Οι Βίνγκορς και Κάρλεμπι συνέβαλαν στο να αποκτήσει το SAP μια νέα σχέση με την οικονομική σκέψη. Τη δεκαετία του 1920, ο Νιλς Κάρλπεμπι επέμενε πως «η βελτίωση της αποτελεσματικότητας της οικονομικής δραστηριότητας ήταν, είναι και θα είναι πάντα ο μόνος τρόπος να βελτιωθεί και η ευημερία της κοινωνίας». Επίσης επιχειρηματολόγησε πως η «καπιταλιστική αστική ιδιοκτησία» θα έπρεπε να ιδωθεί ως μια διάρθρωση αλληλένδετων δικαιωμάτων. Εξ ου και «όλες οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις… που αναβαθμίζουν τον κοινωνικό έλεγχο επί της ιδιοκτησίας, μειώνοντας αντίστοιχα τον ιδιωτικό, (αντιπροσωπεύουν βήματα) προς τον κοινωνικό μετασχηματισμό… Αυτές οι κοινωνικές παρεμβάσεις στην πραγματικότητα διευρύνουν τα όρια του καπιταλισμού, αυξάνοντας εν τοις πράγμασι το ειδικό βάρος των εργαζόμενων στην κοινωνία και τον παραγωγικό μηχανισμό. Αυτή είναι η αυθεντική και μόνη σοσιαλδημοκρατική άποψη» (ό.π).

Την ίδια περίοδο ο Βίνγκφορς, που είχε μελετήσει τον αγγλικό φιλελευθερισμό, άρχισε να προτείνει «πρωτο-κεϊνσιανές» πολιτικές, επιχειρηματολογώντας πως, ιδίως σε συνθήκες κρίσης, ήταν δυνατό και επιθυμητό οι κυβερνήσεις να τονώνουν τη ζήτηση και να διαχειρίζονται τη λειτουργία της οικονομίας, σκοπεύοντας στην πλήρη απασχόληση και τη σταθερή ανάπτυξη. Σαν τον Κάρλεμπι, ο Βίνγκφορς συνέβαλε να αποκτήσουν οι Σουηδοί σοσιαλδημοκράτες μια πολύ τεκμηριωμένη και διακριτή οικονομική αντίληψη, αλλά και μια δυναμική στρατηγική για την κατάληψη της εξουσίας. Για τους παραπάνω Σουηδούς διανοητές, όσον αφορά την ανάπτυξη, ο καπιταλισμός παρέμενε το καλύτερο σύστημα που είχε επινοήσει ο άνθρωπος· χωρίς όμως το δημοκρατικό έλεγχο, ο καπιταλισμός ήταν καταδικασμένος να κυλάει από κρίση σε κρίση, χωρίς να παράγει την κοινωνική ισότητα και τη σταθερότητα που επιθυμούσαν οι σοσιαλδημοκράτες.

Εντωμεταξύ ο Χάνσον, που εκείνη την περίοδο ηγείτο του SAP, εκλαΐκευσε την αντίληψη της Σουηδίας ως «folkhemmet» (λαϊκής εστίας), μια ιδέα που υπέκλεψε από την ριζοσπαστική δεξιά. Υπογράμμισε πως «κάθε “εστία” βασίζεται στην κοινωνικότητα και τη συλλογικότητα» και πως η σοσιαλδημοκρατία είχε ως σκοπό να «κατεδαφίσει κάθε τι χωρίζει τους πολίτες» (ό.π). Ο Χάνσον αναγνώρισε πως, ιδίως σε συνθήκες κρίσης και αναστατώσεων, ο κόσμος έχει ανάγκη από μια αίσθηση «gemeinschaft» («ανήκειν», σε κάτι ευρύτερο από το άτομο). Χάρη σε αυτές τις αντιλήψεις, στη Σουηδία ήταν οι σοσιαλδημοκράτες που κατόρθωσαν να εμφανιστούν ως η δυναμική πολιτική δύναμη που υπεράσπιζε την κοινωνική αλληλεγγύη και διέθετε ένα συναρπαστικό και ρεαλιστικό σχέδιο να τιθασεύσει τον καπιταλισμό και να συμπαρασταθεί στο «λαουτζίκο», σε αντίθεση με τη Γερμανία και την Ιταλία, που το ρόλο αυτό ανέλαβε η λαϊκίστικη δεξιά.

Η θεωρητική διορατικότητα που έδειξαν οι μεγάλοι αυτοί σοσιαλδημοκράτες διανοητές διατηρεί και σήμερα όλη της την επικαιρότητα: ο καπιταλισμός δεν είναι ένα «παίγνιο μηδενικού αθροίσματος». Ρόλος της αριστεράς είναι να αναπτύσσει πολιτικές που θα ενισχύουν ταυτόχρονα την ανάπτυξη και την κοινωνική αλληλεγγύη, αντί να καλεί τους εργαζόμενους να επιλέξουν ή τη μια ή την άλλη.

Συγκεκριμένα, αυτό σημαίνει πως η αριστερά προωθεί πολιτικές που θα βοηθούν τους πολίτες να ελέγχουν τις αλλαγές, αντί απλά να τις φοβούνται. Επιπροσθέτως, η αριστερά οφείλει να θυμάται πάντα πως οι μάζες επιθυμούν να αισθάνονται πως ανήκουν σε κάποια νικηφόρα πολιτική κοινότητα. Ο «κοινοτισμός», όπως και και η δημοκρατία, θεωρούνται από τους Σουηδούς σοσιαλδημοκράτες ταυτόχρονα μέσο και σκοπός της πολιτικής τους: δεν αντισταθμίζουν απλά την εξατομίκευση, τους διαχωρισμούς και τις διαφωνίες που γεννά αναπόφευκτα ο καπιταλισμός, αλλά διευκολύνουν την επικράτηση και άλλων πλευρών του σοσιαλδημοκρατικού προτάγματος. Επί παραδείγματι, τόσο η ύπαρξη ενός ισχυρού παρεμβατικού κράτους, όσο και η ανάπτυξη παλλαϊκών κοινωνικών πολιτικών, δεν μπορούν παρά να θεμελιωθούν σε μια ειδική αντίληψη για την «πολιτικότητα», που καθορίζεται από υψηλό βαθμό αίσθησης αδερφοσύνης και αναγνώρισης κοινών, συλλογικών στόχων.

——-

Η Sheri Berman είναι καθηγήτρια πολιτικής επιστήμης στο πανεπιστήμιο «Κολούμπια»

One Response to “Σβέντεν – Σβέντεν … Sheri Berman”

  1. Herr Hum Says:

    http://www.guardian.co.uk/commentisfree/2009/apr/10/financial-crisis-capitalism-socialism-alternatives

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s


%d bloggers like this: