Δυο γυναίκες περιμένουν τον Ζαγοράκη και τον Ρουβά

by

Από την Καθημερινή

Mια συζήτηση με τον Σταύρο Τσιώλη δύσκολα μπορεί να μετατραπεί σε συνέντευξη. Είναι όμως η πιο ευχάριστα ανοργάνωτη συνομιλία, με τον Τσιώλη να αφηγείται ιστορίες από ανθρώπους που βρίσκονται ή πέρασαν από τη ζωή του, συναδέλφους από τον κινηματογράφο, χαρακτήρες που συνάντησε τυχαία και του άφησαν μια φράση που χρησίμευσε αργότερα σε ένα σενάριο. Ή τώρα πια σε ένα θεατρικό έργο. Επειτα από πενήντα χρόνια στον κινηματογράφο και αφού υπηρέτησε με την ίδια συνέπεια και τον ίδιο σεβασμό στους κώδικες και τον παλιό εμπορικό και τον νέο ελληνικό κινηματογράφο, ο Σταύρος Τσιώλης έχει στραφεί στο θέατρο. Ως συγγραφέας, αφού όπως λέει, δεν τολμά ακόμη να σκηνοθετήσει σε έναν τόσο διαφορετικό χώρο. Το «Ταξιδεύοντας με τον ΠΑΟΚ» είναι η πρώτη του ιστορία στην οποία πρωταγωνιστούν οι γυναίκες, δυο γυναίκες που περιμένουν σ’ ένα σταθμό τρένου περιμένοντας το αποτέλεσμα ενός αγώνα, αλλά και ένα ραντεβού με τον Σάκη Ρουβά. «Τι να πούμε τώρα Παναγιώτη;», είναι η μόνιμη ανησυχία του Τσιώλη. Ομως οι αφηγήσεις του έχουν να πουν πολλά.

– Είναι μόλις το δεύτερο θεατρικό σας. Γιατί έχετε ασχοληθεί τόσο λίγο με το θέατρο;

– Κοίτα, εδώ δεν πατάγαμε στο θέατρο. Σαράντα χρόνια σχεδόν δεν έμπαινα. Δεν το αγαπούσα. Ελεγα, «τι κάνουνε τώρα αυτοί, είναι πάνω σε μια σκηνούλα και μιλάνε». Βέβαια, είχα διαβάσει και αρχαία τραγωδία και Τενεσί Γουίλιαμς και τη μεγάλη μου αγάπη, τον Τσέχοφ. Αλλά δεν είχα επικοινωνία. Μια κοπέλα με πήγε στο θέατρο και άρχισα να βλέπω. Εβλεπα ότι είχε κάτι σωματικό. Το έχουμε αυτό και στον κινηματογράφο, αλλά μετά χάνεται, γίνεται σκιές. Και βλέποντας, άρχισε να μ’ αρέσει και να με συγκινεί. Από τις σκιές του κινηματογράφου, τις μεγάλες, που τις έβλεπα και χανόμουνα, σιγά σιγά μ’ άρεσε και το μικρότερο, το σωματικό, το μερικό, οι φωνούλες, τα χρώματά τους. Και πάλι όμως, δεν μου είχε περάσει από το μυαλό να κάνω κάτι στο θέατρο, ύστερα από πενήντα χρόνια στον κινηματογράφο. Και ξέρεις, έχω μεγάλο σεβασμό για τους σκηνοθέτες του θεάτρου. Διότι για εμάς του κινηματογράφου είναι πιο εύκολο να έχουμε ρυθμό με τις αλλαγές τοπίων και με το μοντάζ.

Στο θέατρο, ο σκηνοθέτης τι να κάνει; Εχει τρία πρόσωπα, ένα ντεκοράκι, ένα σαλονάκι που κάθονται εκεί πέρα… πού να εφεύρει πράγματα να μας ανεβάσει; Κι όμως, άρχισα να νιώθω ότι φεύγω πιο πολύ με το θέατρο. Ακόμη και διαβάζοντας θεατρικά έργα. Από τον «Γλάρο» και το «Λεωφορείον ο πόθος» έκανα μέρες να συνέλθω. Από τις παραστάσεις που είχα δει παλιά, θυμάμαι που με είχε εντυπωσιάσει το «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» στο Θέατρο Τέχνης, με τη Μάγια Λυμπεροπούλου. Και τότε είχα φτιάξει μια μυθολογία μέσα μου, ότι είχε μπει τόσο πολύ μέσα στον ρόλο –μιλούσαμε τότε με θαυμασμό για το Actor’s Studio, τον Καζάν, τη Βίβιαν Λι– και έλεγα μέσα μου, «πάει, το χάσαμε το κορίτσι». Εφυγε, χάθηκε και επέστρεψε μετά από χρόνια. Ηταν τόσο συγκλονιστική… Αυτό δεν ήταν θέατρο, ήταν έρωτας.

Χορτάσαμε Μπρεχτ

– Ποιο είναι το θέατρο που αγαπάτε;

– Νομίζεις ότι δεν αγαπάω τον Μπρεχτ; Τον αγαπάω κι αυτόν, αλλά φεύγω μ’ ένα μήνυμα. Εντάξει, χορτάσαμε από μηνύματα. Δεν θέλω άλλα. Ο Μπρεχτ αποδείκνυε κάτι. Ηταν σαν να μού την έφερνε. Ελα εδώ, κάτσε κάτω και θα σε πάω σιγά σιγά σε ένα συμπέρασμα. Ο «Γυάλινος κόσμος» δεν θέλει να με πάει πουθενά. Ο «Επιστάτης» δεν θέλει να με πάει πουθενά. Αυτό το θέατρο αγαπάω, που είναι κοντά στο παράλογο, λίγο κοντά στην αλήθεια, που είναι κοντά στις γυναίκες. Οταν υπάρχουν ηρωίδες που βρίσκονται στην τελική πορεία, που φτάνουν κοντά στην απώλεια, στον δρόμο προς την τρέλα, εκεί κάνω να συνέλθω και δυο μήνες. Και πάντα ονειρευόμουν να κάνω τέτοιες γυναίκες, γιατί γνώρισα τέτοιες.

– Οι γυναίκες του «Ταξιδεύοντας με τον ΠΑΟΚ» πού βασίζονται;

– Ολες σε αληθινά πρόσωπα. Η πρώτη ατάκα που λέει μια από τις γυναίκες του έργου, η περαστική κυρία, είναι απολύτως πραγματική. Είχε συμβεί κάτι και περπατούσα ένα βράδυ στο Χαλάνδρι αφηρημένος και σκοτεινός. Με πλησιάζει τότε μια κυρία και μού λέει: «Κύριε, είστε σε απόγνωση. Φοβάστε την απόγνωση. Εγώ δεν τη φοβάμαι. Είναι για μένα ένα καταφύγιο». Και άρχισε μετά να μού μιλάει για τις κυρίες του τρίτου ορόφου της πολυκατοικίας της, που είχαν κάτι σαν σωματείο και σνόμπαραν τις κυρίες των άλλων ορόφων. Εκαναν παρέα μεταξύ τους, γιατί οι του πρώτου ήταν πάνω στον θόρυβο και στις του ρετιρέ ήταν εύκολο να παρεισφρήσει ένας κλέφτης, αλλά και ένας εραστής. Και εκείνη την ώρα έλεγα μέσα μου: «Θεέ μου, μού δίνεις από τη μια πόνο, κι από την άλλη μού κάνεις αυτό το δώρο. Σώθηκα με τη γυναίκα αυτή. Θα βγάλω δυο θεατρικά». Τής έδωσα ραντεβού για το επόμενο Σάββατο, αλλά δεν ξαναήρθε ποτέ.

Αυτή ήταν ό, τι ονειρευόμασταν πάντα με τον Δημήτρη τον Κεχαΐδη. Κατά βάθος είμαστε τεμπέληδες. Πηγαίναμε στο Μοναστηράκι με μαγνητόφωνα και γράφαμε. Περιμέναμε να γίνει καμιά φασαρία, να πάμε μετά να το απομαγνητοφωνήσουμε, να τού βάλουμε κι έναν τίτλο και να το πάμε στον Κουν. Ούτε μηνύματα ούτε τίποτα. Δεν μας το έκανε όμως αυτό το δώρο ο Θεός. Μας έδωσε κομματάκια.

– Και οι δύο βασικές ηρωίδες;

– Και σ’ αυτές υπάρχει μια αλήθεια. Οταν είχε γίνει ο αγώνας Ολυμπιακού – ΠΑΟΚ, είχα κατέβει στον Σταθμό Λαρίσης, βλέποντας τον κίνδυνο και με τον φόβο να γίνουν φασαρίες. Προχωρούσαν 2.500 παιδιά, με φωνές, κόρνες, φασαρία. Είδα, λοιπόν, εκεί δυο κορίτσια με σημαίες και έμεινα να τα παρακολουθώ, ίσως και να τα προστατέψω αν γινόταν τίποτα. Ομως, όταν ήρθαν και οι άλλοι, ενώθηκαν μαζί τους και έφυγαν. Πήγα εγώ εκεί που κάθονταν και βρήκα μια φωτογραφία με τον ποπ τραγουδιστή και την αφιέρωση «στην Ιωάννα με πολλή πολλή αγάπη. Σάκης». Είχα δει τη μικρή πριν που είχε αναλυθεί σε λυγμούς. Και σκεφτόμουν, λες να έχουν έρθει για τον Σάκη;

Αλήθεια υπάρχει και στα ονόματα τα ποδοσφαιρικά που αναφέρονται στο έργο. Εχω βάλει τον Βασάρα, τον Ζαγοράκη… Πού ξέρεις, μπορεί το έργο να παιχτεί και είκοσι χρόνια μετά στη Θεσσαλονίκη. Ο Ζαγοράκης; Ο Ζαγοράκης. Πώς λέμε Μπλανς Ντιμπουά;

– Είναι μάλλον η πρώτη φορά που βάζετε γυναίκες πρωταγωνίστριες.

– Ολες μου οι ταινίες είναι αντρικές. Εστω κι αν οι άντρες συζητάνε για τις γυναίκες ή μάλλον για την απουσία της γυναίκας. Ηρθε όμως και η ώρα της γυναίκας. Είπα ότι δεν θα φοβηθώ. Γιατί έχω την εντύπωση ότι δεν τις ξέρω.

– Αισθάνεστε ότι τις έχετε αδικήσει;

– Τις έχω αδικήσει και στη ζωή μου και στις ταινίες μου. Υπήρξαν στιγμές που πίστευα ότι ήταν μια άλλη δημιουργία, πλάσματα που ήρθαν από αλλού, εξωγήινα, και σμίξαμε. Ερχονται ώρες που δεν τις καταλαβαίνω καθόλου. Την κόρη μου, ας πούμε, δεν την καταλαβαίνω καθόλου. Ενώ είναι ένα καταπληκτικό παιδί, γελάμε, τα βρίσκουμε σε όλα, ξαφνικά έρχεται ο έρωτας και αλλάζουν όλα. Είναι μη αναγνωρίσιμο πρόσωπο.

Το ποδόσφαιρο

– Τι δύναμη έχει το ποδόσφαιρο;

– Ανεξάρτητα από το ποιον υποστηρίζουμε, αγαπάμε μια ομάδα. Δεν έχουμε να χωρίσουμε τίποτα. Είμαστε με τους άλλους. Οταν ονειρευόμαστε μαζί με τους άλλους να πάρουμε πρωταθλήματα και την ίδια στιγμή είμαστε οι περισσότεροι άνεργοι στο σπίτι, είναι μια δύναμη. Μπορούμε να ελπίζουμε όταν είμαστε με τους πολλούς. Μόνος σου τι να ελπίζεις;

Δεν ξανακάνω δική μου ταινία

– Δεν θα ξανακάνετε κινηματογράφο;

– Ε όχι, τώρα θα ξανακάνω κινηματογράφο; Η γενιά μου άφησε το λυχναράκι αναμμένο στον ελληνικό κινηματογράφο και κάτι βρήκαν και οι νεότεροι. Κακοφτιαγμένα βέβαια, τα φεστιβάλ, οι χρηματοδοτήσεις, όλα. Αλλά ο ελληνικός κινηματογράφος έχει ένα παρελθόν. Κι εγώ είμαι ένα παρελθόν και αισθάνομαι ότι με σέβονται και με συμπαθούν. Δεν μπορώ όμως να διεκδικήσω λεφτά και να κόψω τη δυνατότητα ενός παιδιού τριάντα χρόνων να κάνει τη δική του ταινία. Ονειρεύομαι ταινίες, αλλά τώρα θα τις κάνω θέατρο. Εχω αυτό το κόλπο τώρα, σαν μετασχηματιστής. Πώς μπολιάζεις το δέντρο; Κι εκεί που πάει να βγει αμυγδαλίτσα, να σου που βγαίνει αχλαδιά.

Το «Ταξιδεύοντας με τον ΠΑΟΚ» ανεβαίνει στις 4 Φεβρουαρίου στη σκηνή της Φρυνίχου του Θεάτρου Τέχνης, σε σκηνοθεσία του Κωστή Καπελώνη. Πρωταγωνιστούν οι: Μυρτώ Αλικάκη, Ειρήνη Στρατηγοπούλου, Αργύρης Μπακιρτζής, Λουκία Πιστιόλα, Πάρις Θωμόπουλος.

5 Responses to “Δυο γυναίκες περιμένουν τον Ζαγοράκη και τον Ρουβά”

  1. emubird Says:

    Κανονίστε την ημέρα που θα παρευρεθεί το 5κ και ενημερώστε και τους φαντάρους.

  2. dystropop Says:

    Μπράβο. Ωραίος άνθρωπος.

  3. ταρζαν Says:

    egw me ton babi apaitoume na paiksoume se kapoio ap ta theatrika! exoume kanei eksaskisi se dialogous! ”kai su leei pame!” esy ti tis les ”pame”?

  4. melanine Says:

    Paok eisai re mouni?

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s


%d bloggers like this: