Archive for the ‘Πατριδογνωσία’ Category

Μήπως προτιμάτε αυτό?

September 22, 2010
Advertisements

Εξάρχεια, 1970

July 5, 2010

Περισσότερα εδώ.

Junk

April 28, 2010

Στην κατηγορία «junk» υποβάθμισε την Ελλάδα η Standard & Poor’s

Σε ΒΒ+ από BBB+ υποβάθμισε την μακροπρόθεσμη πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας η Standard & Poor’s , διατηρώντας αρνητικό outlook. Πρόκειται για την χειρότερη κατηγορία για τα ελληνικά ομόλογα, την επονομαζόμενη «junk» (υψηλού ρίσκου, στην κυριολεξία σημαίνει «σκουπίδια»).

Ο Οίκος προειδοποιεί μάλιστα τους κατόχους ελληνικών ομολόγων ότι περιορίζονται στο 30-50% οι πιθανότητες να μην χάσουν τα κεφάλαιά τους σε περίπτωση αναδιάρθρωσης τους ελληνικού χρέους ή χρεοκωπίας της Ελλάδας.

Οι Οίκοι Αξιολόγησης είχαν προειδοποιήσει ότι το υψηλό κόστος (more…)

zoom στα γεγονότα

April 19, 2010

-είσαι φρικιό;
-όχι

Ο γκρας

January 22, 2010

Από το προαναφερθέν βιβλίο, απόσπασμα απομαγνητοφωνημένης συνέντευξης του Ιάκωβου Ηλία, δεξιοτέχνη του βιολιού, γεννημένου το 1906. Αναφέρονται στο πώς και γιατί πολλά δημοτικά τραγούδια δισκογραφήθηκαν ως συνθέσεις του τάδε ή του δείνα μουσικού, καθώς και στο ότι η συνήθης αυτή πρακτική συχνά προκαλούσε ομηρικούς καβγάδες: δικό μου είναι το τραγούδι, όχι δικό σου κλπ.

Γιώργος Παπαδάκης:  Επειδή αυτά, του «αγνώστου συνθέτου», τα δημοτικά, τα βρίσκουμε πολλές φορές με διαφορετικά ονόματα συνθετών…

Ιάκωβος Ηλίας: Ναι, το ίδιο τραγούδι έτυχε να το πάρει και ο Ιάκωβος… την «Κωνσταντινιά» φερ’ ειπείν την πήρε κι ο Ιάκωβος, την πήρε κι ένας άλλος συνάδελφος. Και γράφει π.χ.: Κωνσταντινή -καλαματιανό φερ’ειπείν-, μουσική και στίχοι Ιακώβου Ηλία. Και το ίδιο… με άλλο συνθέτη. Κακώς! Διότι αν υπήρχε αναμεταξύ μας, μεταξύ συναδέλφων, ένας σεβασμός, θα’ λεγα, π.χ., «γιατί να βάλω την “Κωνσταντινιά”, που την έχει βάλει ο κύριος τάδε… ».

Γ.Π.: Μα ανεξάρτητα απ’αυτό, κύριε Ιάκωβε, η «Κωνσταντινιά» ούτε δικιά σου είναι ούτε του κυρίου τάδε.

Ι.Η.: Ναι, αλλά όταν όμως… γίνεται μια κατοχή. Εδώ έγιναν κατοχές σε οικόπεδα, σε μοναστηριακά, σε αυτά… γιατί να μη γίνουν στα τραγούδια; Εδώ πήγαινε ένας και έπαιρνε το γκρα, παλιά, και καθότανε και σημάδευε πενήντα χιλιόμετρα γύρω γύρω – όποιος μπει μέσα θα πεθάνει. Και το ‘κανε δικό του το χωράφι αυτό. Γιατί; Γιατί ‘τανε νταής, γιατί του άρεσε… Λοιπόν… κι εγώ παίρνω ένα τραγουδάκι, ασχέτως, κακώς καλώς το πήρα και το ‘κανα δικό μου. Αλλά πρέπει να υπάρχει ο σεβασμός και να πούμε: τέλος πάντων βρε παιδιά, αυτο το χωράφι πρόλαβε και το πήρε ο Ιάκωβος· γιατί πάμε τώρα εμείς; Να μαλώσουμε ή να σκοτωθούμε; Όποιος προλάβει… δυστυχώς αυτό γίνεται. Διότι δεν υπάρχει αλληλοσεβασμός μεταξύ μας.

(συνεχίζεται)

Το παρόν ποστ ας εκληφθεί ως σχόλιο επί του θέματος της πνευματικής ιδιοκτησίας, επί του θέματος της ιδιοκτησίας γενικά, της αρχικής συσσώρευσης, του πώς κάνανε κάποιοι τις περιουσίες τους, καθώς και επί των ορίων δημόσιου-ιδιωτικού.

Το λαγιαρνί και το γιομάτο και τα λεφτά στο πιάτο

January 19, 2010

Με το τέλος του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, το τέλος της Τουρκοκρατίας, πολλοί αγωνιστές, οπλαρχηγοί και παλληκάρια  βρέθηκαν χωρίς δουλειά. Άλλοι απ’ αυτούς, όπως είναι γνωστό, πήγαν φυλακή, άλλοι πήραν θέσεις στην οργάνωση του νέου κράτους, άλλοι ξαναπήραν τα βουνά και άλλοι, τέλος, αποφάσισαν να γίνουν … οργανοπαίχτες.

Ο γέρο Βασιλάκης Κοντάκης και ο γέρο Σωτάκης ήταν αρματωλοί, ακτήμονες και στο τέλος της Επανάστασης άνεργοι. Κατέβηκαν λοιπόν από το Βουλγαρέλι, το χωριό τους, πήραν ένα βιολί κι ένα λαούτο και με κόπους ψευτομάθανε δυο τραγούδια. Το ένα ήταν το «λαγιαρνί» (κλέφτες βγήκαν στα βουνά), το άλλο ένα αλέγρο σαν χόρα, που τό ‘λεγαν «Το γιομάτο». Μ’αυτά τα δυο λοιπόν για ρεπερτόριο πήγαιναν στους γάμους: « ήρθαμε να παίξουμε». «Δε θέλουμε» απαντούσαν κι έκαναν να τους διώξουν. Τότε εκείνοι έδειχναν τα καριοφίλια τους: «θα παίξουμε». Και έπαιζαν. Όπως έλεγαν τότε, έπαιζαν «στανικώς», δηλαδή με το στανιό. Με την απειλή των όπλων έπαιζαν συνέχεια το «λαγιαρνί» και το «γιομάτο» κι έπειτα μάζευαν τα χρήματα, την αμοιβή τους. Ποιος τολμούσε να μιλήσει. Η λαϊκή παροιμία «Το λαγιαρνί και το γιομάτο και τα λεφτά στο πιάτο» είναι η απάντηση των οργανοπαιχτών εκείνων, στις εύλογες διαμαρτυρίες των ακροατών, για το ότι δεν ήξεραν τίποτ’ άλλο να παίξουν.
…. Ήταν μια επαναστατική περίοδος στη μουσική…

Από το βιβλίο του Γιώργου Παπαδάκη «Λαϊκοί Πραχτικοί Οργανοπαίχτες» (εκδόσεις Επικαιρότητα, 1983), βιβλίο-θησαυρό πατριδογνωσίας, από το οποίο επιφυλάσσομαι να ανεβάσω κι άλλα αποσπάσματα στο εγγύς μέλλον.